λεπτογραμμένος

λεπτογραμμένος
η , ο
1) изящно нарисованный; 2) написанный тонкими штрихами, тонкими линиями

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "λεπτογραμμένος" в других словарях:

  • λεπτογραμμένος — η, ο βλ. λεπτογράφω …   Dictionary of Greek

  • λεπτογράφω — και λεπτογραφώ (Μ λεπτογράφω και λεπτογραφῶ) νεοελλ. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) λεπτογραμμένος, η, ο γραμμένος ή ζωγραφισμένος με λεπτές γραμμές μσν. γράφω λεπτομερώς, εν εκτάσει. [ΕΤΥΜΟΛ. < λεπτ(ο) * (< επίρρ. λεπτά) + γράφω. Ο τ.… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»